Ποίηση Ευφροσύνης Μαντά – Λαζάρου ( επιλέγει ο Ανδρέας Πετρίδης )

Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου
Αυτή η Άγνωστη

ΤΟ ΜΕΣΑ ΦΟΡΕΜΑ

Καθόλου δεν μου μοιάζει
αυτή που συναντήσατε προχθές,
Εκείνη έφευγε.
Εγώ ερχόμουν.
Επέστρεφα με ένα χαμόγελο ασφοδέλους.
Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο
από τα χείλη που πόνεσαν θανατηφόρα.
Έτσι καθώς ανοίγει η καρδιά και πάλι σαν πρώτη φορά.

*
Με την αναπνοή της πάλλευκης σιωπής –
στο φως ανεβαίνει το σώμα χρυσίζοντας,
ανατολή μου ρόδινη, μεταξωτό σε τυλιγάδι.
Τον κόσμο τον υφαίνουνε τα μάτια.
Σαν γάτα που κοιμάται στα λουλούδια μας
τεντώνεται, ξυπνώντας από όνειρο η ζωή.
Ο κήπος με τ’ αγάλματα γέμισε πεταλούδες.
Στο φως ανεβαίνει το σώμα χρυσίζον,
τσαμπί από μέλι
που ο έρωτας πυκνώνει στις κηρήθρες του

και η ψυχή ψιχίον πέφτει στο δισάκι.
Είπα το σύννεφο που διασχίζω, χρόνο.

*

Με πήραν οι λέξεις και μ’ έντυσαν
σε κήπους δροσάτους, σπίτια ζεστά.
Με πήραν οι λέξεις σε κόσμους κτισμένους,
παράθυρο μου αφήκαν λυμένους τους φθόγγους τους
να ξεκουμπώνω τα στήθη μου λευκά γιασεμιά
στο χάδι του ήλιου μιας μέρας καινούργιας.
Να μιλώ με δικές μου φωνές
στις χορδές των δικών μου των σπλάχνων,
να υψώνω πανί στο κατάρτι του γέλιου μου,
να βυθίζω τον πόνο μου σε στεναγμούς δικούς μου
κι άς κρατάει το σώμα ίδιο υλικό από κτίσεως κόσμου.

*

( Όλοι καθόντουσαν φρόνιμα
κανένας δεν ήθελε
μιαν αταξία ακόμη στο κεφάλι του.
Αρκετός μπελάς ήταν κιόλας η νύχτα).

Όταν ξημερώσει…
Θα περάσω στη σάλα
με όλα τα φώτα αναμμένα
λαμπεροί πολυέλαιοι κρύσταλλα λόγια.

Πές μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, αλλά πώς απλώνουν το χέρι τους
μές την ακίνητη ζωή μας.

Θα γλιστρήσω στην έναστρη νύχτα
που στρώνεις κρεβάτι
στην άφεγγη βραδιά των ματιών σου
γυναίκα ο πόθος σου
θα ξημερώσω το φως σου.

Πές μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, αλλά πώς νιώθεις το αίμα τους
όταν ξυπνάμε.

*

Εξοδούχος των πολέμων
και των βάναυσων ιδεών του γένους του
σαν στρατιώτης εν ώρα αναπαύσεως
είχε αποθέσει την πανοπλία του,
γυμνός πλάϊ της.

Η γυναίκα σηκώθηκε ανάλαφρη απ’ τα λευκά σεντόνια του έρωτά τους και γυμνή περπάτησε την πλέον πολυσύχναστη λεωφόρο της πόλης τους. Ο έρωτας είχε κηρύξει αθώα τη σάρκα της. Με τόση αθωότητα περπάτησε, που αόρατη πέρασε ανάμεσα σε στίφη βέβηλών πόθων και χυδαία βλέμματα δεν συνέλαβαν τη μορφή της. Ούτε καν τη λάμψη του περάσματός της, γιατί ήταν ολόκληρο το σύμπαν μές το φως της. Εκείνη ειρηνική, με τη σάρκα να αναπαύεται ηδονικά αξεχώριστη μέσα στο πνεύμα, το ίδιο θα μπορούσε, όπως εύκολα ζούσε μέσα στον κόσμο, να αποσυρθεί σε σκήτη ή μοναστήρι.
*

Στην πόλη αυτή θα ζήσουμε μοναχικά
καθένας με τους έρωτές του.

Καθώς τα λάβαρα και οι σημαίες αποσύρονται
δια παντός
αφήνουν τον ουρανό ελεύθερο
να κοιτάξει στα μάτια
καθένα ξεχωριστά
να σκύψει να ονοματίσει
όπως κοιτάζει η μάνα το νεογέννητο.

Μια νέα δόξα κυματίζει, αίφνης μεταξένια
στα σφριγηλά στήθη μιας γλυκιάς αγάπης νέας.
Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.

Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τους αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει -επιτέλους- η δειλή καρδιά μας.

*

Έφευγα
και το λικνιστικό περπάτημα της μοναξιάς σου
μπερδεύτηκε μέσα στα βήματά μου.

Έφευγες
και το αργό περπάτημα της λύπης μου
δρεπάνι γύριζε μέσα στα βήματά σου.

Σκόνταψα φεύγοντας στο αλύχτισμα μιας
σκοτεινής βεράντας

που με ακολούθησε στο βουερό δρόμο.

Παμφάγος λεωφόρος, τώρα, με καταπίνει.

*

Θα κατεβώ με το αστροπελέκι του έρωτα
από του ουρανού μου την αιώρα στη δική σου γη
Θα ξηλώσω κλωστή-κλωστή
κάθε σου ένδυμα, κάθε σου όστρακο
έτσι, καθώς τα φιλιά μου θα ξεκουμπώνουν
έναν-έναν τους λυγμούς των σιωπών
στο κλειδωμένο σου πουκάμισο.

Να γίνεσαι εσύ και να γεννιέσαι από δική σου ζύμη.
Ό,τι εναποθέτει η ύλη της ζωής
χαράζει σαν μαχαίρι της αλήθειες μου.

*

Όταν κλειδώνεις την καρδιά και με κρατάς απέξω
κλαίω, αγάπη μου πικρή, την ερημιά σου.
Τα βράδια την ποτίζει, φως μου, το φεγγάρι μου,
όταν κλειδώνεις την καρδιά και με κρατάς απέξω.

Έτσι στιλπνό που ήτανε το χάδι σου,
ήσουν καθρέφτης.
Επέστρεφες τις μορφές, που έμελλαν
μια μέρα να χαθούν μές στο κενό σου.
Κι ήταν μια μέρα που γλυστρούσε κι έφευγε.
Έγερνε το κορμί της μια απ’ εδώ και μια απ’ εκεί,
είχε τα πρωινά λυμένα τα μαλλιά στον άνεμο,

μάς κοίταζε με προσμονή με τα μεγάλα
δειλινά της μάτια.

Ώσπου τέλος
διάβηκε κι αυτή σαν και τις άλλες μέρες,
όταν κλειδώνεις την καρδιά και με κρατάς απ’ έξω.

*

Μπορεί να είναι η αγάπη σου
αυτά τα πλαγιασμένα κρίνα των λέξεών σου
αυτά τα λινά και βαμβακερά πουκαμισάκια
για το καλοκαίρι μας.

Μπορεί να είναι η αγάπη σου
αυτές οι ανθισμένες ομπρελίτσες
που σφυρίζεις με ανεμελιά
σκέπη τη σκέπη τους μές τη βροχή
καλά να μας φυλάξουνε στεγνούς
από το παγωμένο αιφνίδιο.

Θα σου χαρίσω μια σφενδόνη, αν μάθεις να κελαηδάς.
Για να μπορείς να κυνηγάς μακριά μου
τα όνειρά σου που νυκτοπορούν.
Φορούνε κίτρινες κάλτσες, πράσινα ζεστά κασκόλ,
παπούτσια γεμενιά στις σκανταλιές τους
και πολιορκούν τις τρυφερές
εκφορές της αγάπης μου.
Αλλά, αν μάθεις να κελαηδάς
τα όνειρά σου που υπνοβατούν
θα γίνουν ματοτσίνορα
στα γελαστά μου μάτια.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κι όταν νυχτώνει όμορφα
ο ήλιος ξενυχτάει αθώρητος.
Το τρυφερό του φως στο παραθύρι μου ακουμπάει
στρογγυλό σημάδι της αγάπης μου.

Το ζήτημα είναι αυτό:
Να αγαπώ αθάνατα και θαμμένη στο χιόνι της ερήμου
να μπορώ ν’ αγαπώ κι εσένα κι εμένα χαρούμενα.
Το τι θα κάνεις και για ποιούς είναι η δική σου νύχτα.

Δεν μπορεί, κάτι θα έχει να σε ντύσει.

Γυμνός δεν έμεινε ποτέ κανείς
ούτε κι ο θάνατος ούτε και η αλήθεια.

                      Το Μέσα Φόρεμα, 2011

Ποιητικό εργαστήρι: Καλό, καλύτερο, κάλλιστον, του ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ

-Σ’ ελεύθερη απόδοση από ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ –

Ποιητικό εργαστήρι – Καλό, καλύτερο, κάλλιστον :
( βασισμένο στο βιβλίο: Τι είναι καλή λογοτεχνία, 2004, του H.D. Gelfert, freie Universitaet Berlin )

Ακόμα και σήμερα, πάνω από δυο εκατονταετηρίδες λατρείας του «μεγαλοφυούς» κατά τον 18. αιώνα, υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η άποψη, ότι η τέχνη είναι αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης, θεόπνευστης δημιουργικής πράξης. Πριν την εμφάνιση αυτής της αντίληψης, ζωγράφοι, γλύπτες και μουσικοί θεωρούσαν τους εαυτούς των περισσότερο ως τεχνίτες, που τηρούσαν κανόνες βατούς στην εκμάθηση. Ακόμα κι οι ποιητές, που είχαν ένα λόγο παραπάνω να νιώθουν ως εμπνευσμένοι δέκτες άνωθεν δωρεάς, θεωρούσαν τους εαυτούς των ως «ποιητές» με τη σημασία ότι έφτιαχναν κάτι. Όποιος ανοίγει μια Ανθολογία και διαβάζει τα ωραιότερα ποιήματα της γερμανικής λυρικής ποίησης, δεν υποπτεύεται τα προστάδια επεξεργασίας, που διάνυσαν αυτά τα δημιουργήματα για να φτάσουν στην τελική τους μορφή. Πόσο κοπιώδη ψιλοδουλειά εμπεριέχει η δημιουργική διαδικασία, το αντιλαμβάνεται κανείς μόνο όταν έχει μπροστά όλη τη σχετική προεργασία. Κι αυτό μπορεί πιο εύκολα να διαφανεί, αν παρακολουθήσουμε στη συνέχεια τη διαδικασία διαμόρφωσης ενός συγκεκριμένου ποιήματος, που προσμετράται στα γνωστότερα και αξιολογότερα του γερμανικού λυρισμού.
Θ’ αναφερθούμε όμως πρώτα στο θέμα: Πρόκειται για μια κρήνη σε τρία επίπεδα. Από το κέντρο μιας κυκλικής λεκάνης ριπή νερού εκτοξεύεται προς τα πάνω. Στη συνέχεια πέφτει, όπως αναμένεται, και γεμίζει τη λεκάνη που βρίσκεται από κάτω. Από εδώ το νερό ξεχειλίζει και γεμίζει αλληλοδιάδοχα, σε χαμηλότερα επίπεδα, μια δεύτερη και μια τρίτη λεκάνη, όπου μέσω μιας μη ορατής αντλίας επαναλαμβάνεται εκνέου η ίδια τροχιά. Μια τέτοια εικόνα κλειστού συστήματος, όπου μια κίνηση σταθερά επανέρχεται και επαναλαμβάνει τον εαυτό της, μας εντυπωσιάζει , ώστε να θέλουμε να την εκφράσουμε ποιητικά. Κι επειδή η ποίηση διαφορετικά απ’ ό,τι η ζωγραφική, πέρα απ’ την περιγραφή μπορεί να αποδώσει και τη ροή του χρόνου, θα προσπαθήσουμε να παραστήσουμε γλωσσικά την ανάπτυξη της πορείας του νερού της πιο πάνω κρήνης.

Διακρίνουμε πέντε φάσεις δράσης, για τις οποίες απαιτείται η ανεύρεση της κατάλληλης ποιητικής έκφρασης. Τον συριγμό της απότομα εξερχόμενης υδάτινης ριπής θα μπορούσαμε να κάνουμε πιο αισθητό, βάζοντας ένα ρήμα έντονης κίνησης στον πρώτο στίχο. Τούτο γίνεται ακόμα πιο αισθητό με τη συχνή χρήση ηχητικά κατάλληλων φθόγγων. Επειδή τώρα το νερό συνεχίζει να πέφτει διακεκομμένα από τον ένα στον άλλο χώρο υποδοχής, πρέπει και η ροή του λόγου να γίνει με αντίστοιχες ανακοπές. Για να εκφραστεί ο χαρακτηριστικός εκείνος ήχος της εκτοξευόμενης υδάτινης μάζας, αλλά και το απαλό θρόϊσμά της όταν ξεχειλίζοντας κυλά σε χαμηλότερο επίπεδο, θα χρησιμοποιούσαμε στην πρώτη περίπτωση φθόγγους ιδιαίτερα ψηλής συχνότητας, ενώ στη δεύτερη απαλούς ρινικούς και υγρούς φθόγγους. Όσο για τη γλωσσική διαμόρφωση μιας τέτοιας ταχύρρυθμης κυκλοφορίας, θα επιλέγαμε ανάλογα γοργή ακολουθία πολλαπλών και σύντομων προτάσεων ( με συχνή χρήση του συνδετικού «και»).
Εντούτοις δεν είναι και τόσο εύκολο να γίνει ένα ποίημα, που να ανταποκρίνεται σε όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω. Ο Conrad Ferdinand Meyer, συγγραφέας του υπό συγκριτική ανάλυση ποιήματος, χρειάστηκε 22 τόσα χρόνια για να το καταφέρει. Ας αρχίσουμε από την πρώτη γραφή του:

Ρώμη: Συντριβάνι ( 1860 )

Ριπή νερού βγαίνει απ’ την κρήνη
και σε μαρμάρινο πέφτει λαγήνι.
Το σκοτεινό νερό υπερχειλίζει
και να ρέει σε κογχύλι αρχίζει.
Μα το κογχύλι κι αυτό πλημμυρίζει
και λεκάνη χαμηλά γεμίζει.
Το καθένα παίρνει αλλά και δίνει
και όλα νιώθουνε μεστά και πλήρη.
Κι αν κάθε φάση τελεί εν κινήσει,
η όλη εικόνα – μια ήρεμη φύση.

Σ’ αυτή την πραγμάτωση, το ποίημα δύσκολα θα’ μπαινε σε μια Ανθολογία. Ακούοντάς το έχει κανείς την εντύπωση, ότι πρόκειται για μια διαδικασία σε πέντε φάσεις, επειδή οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν σε ζεύγη που το καθένα λειτουργεί ως μια αυτόνομη ενότητα. Ούτε η ξαφνική εκτόξευση του νερού, μήτε η αλλαγή από τον συριγμό και το έντονο κελάρυσμα στον απαλό παφλασμό βρίσκουν την ανάλογη έκφραση. Γενικά το ποίημα φαίνεται χωρίς έμπνευση και φτιαγμένο εργαστηριακά. Προφανώς ο ποιητής δεν έμεινε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, αφού δυο χρόνια αργότερα έδωσε μια δεύτερη γραφή, την ακόλουθη:

Η κρήνη ( 1862 )

Ριπή νερού πηδά απ’ την κρήνη
σε φωτεινό κογχύλι πέφτει με δίνη.
Και το κοχύλι σαν ξεχειλίσει
σε τάσι χύνεται, που πλημμυρίζει
κι άλλη λεκάνη χαμηλά γεμίζει.
Ενέχει επάρκεια η κάθε φάση
συνέχεια παίρνοντας ό,τι έχει χάσει.
Κι αν όλες φαίνονται εν κινήσει,
η όλη εικόνα- μια ήρεμη φύση.

Εδώ η ροή του λόγου δεν παρουσιάζει διακοπές, αλλά με ενιαία ανάπτυξη οδηγείται στην τελική εικόνα. Οι τρεις υποδοχείς νερού διαχωρίζονται με βάση το μέγεθος, σε «κογχύλι», «τάσι» και «λεκάνη». Δεν μπορεί εντούτοις να παραβλέψει κανείς μια ισομετρική μονοτονία, επειδή ο στίχος εξακολουθεί να ομοιοκαταληκτεί κατά ζεύγη, με αποτέλεσμα την αίσθηση μιας διαχωριστικής τομής ανάμεσά τους. Αλλά κι η αλλαγή από τον ηχηρό συριγμό στον συνακόλουθο ήπιο παφλασμό του νερού, δεν αποδίδεται με επαρκή σαφήνεια. Και μ’ αυτή τη γραφή, καθώς προκύπτει, ο ποιητής δεν έμεινε ικανοποιημένος, γι’ αυτό και δοκίμασε να το ξαναγράψει τρία χρόνια αργότερα. Για ν’ αποφύγει την ενοχλητική μονορρυθμία, αντικαθιστά τώρα την κοφτή κατά ζεύγη ομοιοκαταληξία, με σταυρωτή ρίμα. Έτσι δημιουργείται μια βατή και απαλή στιχουργική ροή, η οποία όμως πάλι μόνο γενικά αναπαριστά την κυκλοφορία του νερού της συγκεκριμένης κρήνης.

Η κρήνη ( 1865 )

Μια κρήνη σε κήπο ρωμαϊκό
βρίσκεται βαθιά κρυμμένη,
απ’ το μεσημεριάτικο σκληρό φως
τόσο καλά προφυλαγμένη.
Ριπή νερού κάθε τόσο ανεβαίνει
σε νύχτα δασύφυλλη και σκοτεινή
και σε λεκάνη ύστερα μπαίνει,
που ξεχειλίζει με ροή σιγανή.

Το νερό γοργά κατακλύζει
της δεύτερης λεκάνης την κοίτη,
που κι αυτή πλέρια γεμίζει
ξεχειλώντας μέσα στην τρίτη:

Η καθεμιά παίρνει και δίνει
κι επάρκεια νιώθουν όλες μαζί,
η κάθε φάση από κίνηση σφύζει
μα κι ησυχάζει την ίδια στιγμή.

Η επιλογή της μορφής που έγινε πιο πάνω δημιουργεί ένα καινούργιο πρόβλημα. Αφού το μέτρο των στίχων θυμίζει στροφή από το έπος Nibelungen, που πολυχρησιμοποιήθηκε τον 19. αιώνα σε μπαλάντες, ώστε ο αναγνώστης να αναμένει την ανάπτυξη δράσης αντί μια συμβολικά διαμορφωμένη εικόνα. Μόνο 17 χρόνια αργότερα πέτυχε ο ποιητής την τελική γραφή, που με πολύ λιτά μέσα ανταποκρίνεται πιο ολοκληρωμένα στις αρχικές μας προδιαγραφές για την ποιητική επεξεργασία του θέματος. Ας το διαβάσουμε επιτέλους, για να δούμε πόσο μας πείθει:

Η Ρωμαϊκή κρήνη ( 1882 )

Νερό απ’ την κρήνη ξεπηδά
και τάσι από μάρμαρο γεμίζει,
μα σύντομα κι αυτό ξεχειλίζει
σε δεύτερης λεκάνης την κοίτη.

Και σαν πλημμυρίσει κι αυτή
με παφλασμό εκρέει στην τρίτη…
Όμοια η καθεμιά παίρνει και δίνει-
και ρέει συγχρόνως, κι ακινητεί.

Όταν διαβάζει κανείς δυνατά αυτό το ποίημα, νιώθει καλύτερα τη γλωσσική αναπαράσταση της πορείας του νερού στις διάφορες φάσεις. Το απότομο τίναγμα του νερού αποδίδεται δραστικότερα με την τοποθέτηση ενός έντονα «κινητικού» ρήματος στον πρώτο στίχο…. Ακόμα και με λίγη άσκηση στην ανάγνωση ποίησης, διαισθητικά μπορεί κάποιος να νιώσει, πότε ένα ποίημα μορφικά είναι τελειότερο από ένα άλλο…Άρα, πρέπει να υπάρχουν κριτήρια που καθορίζουν τι είναι καλύτερο και τι λιγότερο καλό. Το γεγονός ότι η τέταρτη γραφή του ποιήματος της αισθητικής μας ανάλυσης ανευρίσκεται σε όλες τις Ανθολογίες Γερμανικής λυρικής ποίησης, ενώ οι προηγούμενες τρεις έχουν ξεχαστεί, αποτελεί μια ένδειξη αντικειμενικότητας κάποιων κριτηρίων. Το υποκειμενικό απλά γούστο δεν μπορεί να είναι φερέγγυο, καθοδηγητικό στοιχείο. Κι επειδή οι πρώτες τρεις δοκιμές ουσιαστικά έχουν το ίδιο περιεχόμενο όπως κι η τέταρτη τελική γραφή, η αισθητική ανωτερότητα της τελευταίας δεν μπορεί παρά να έγκειται στην τελειότερη της μορφή.

Υ.Γ. Ο Γερμανός αναλυτής επιχειρηματολογεί υπέρ της αισθητικής υπεροχής της τελευταίας εκδοχής, παρόλο που προσωπικά δεν είμαι σίγουρος αν είναι καλύτερη από την προτελευταία ( την 3. στη σειρά), για την οποία έχω μια προτίμηση.

 

 

 
 

 

 

 

 

 

Ποίηση Μυριάνθης Παπαονησιφόρου – Γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης

Μυριάνθη  Παπαονησιφόρου,
Η αυθεντική και πολύτροπη

Στοχεύοντας να δώσω την αδρή λογοτεχνική φυσιογνωμία της Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, δεν έχω παρά να σχολιάσω συνοπτικά τη συλλογική της έκδοση Ανάδρομη Πλεύση, ένα βιβλίο που διατρέχει την ποιητική της παραγωγή μισού σχεδόν αιώνα (μέχρι πίσω στο 1965). Αλλά κι αυτό σίγουρα δεν είναι πλήρες, αφού η Μυριάνθη ευδοκίμησε με βραβεία και διακρίσεις και σε άλλα είδη, όπως την παιδική λογοτεχνία και το παραμύθι. Η πρώτη εκδοτική της εμφάνιση ανάγεται στο έτος 1978, με συλλογή ποιημάτων κάτω από τον τίτλο Επιστροφή. Τα πρώτα αυτά ποιήματα διακρίνονται από διάχυτο λυρισμό και την αγάπη του τόπου και της ιστορίας του. Κάποια μάλιστα αντέχουν αισθητικά μέχρι σήμερα και δεν είναι καθόλου παράξενο, που επιλέγονται επανειλημμένα στις Ανθολογίες. Πέντε χρόνια αργότερα βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι Ηρωικοί Απόηχοι, χωρίς ποιητικές ιδιαιτερότητες και με θεματική τον αγώνα ελευθερίας του 1955–1959, στον οποίο η ποιήτρια έλαβε ενεργά μέρος.
Η τρίτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Άχρονη Φύση (1988) ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Εδώ δεν μιλούσε πληθωρική και κυρίαρχη η καρδιά, αλλά ο συγκινημένος υπαρξιακός στοχασμός. Ο αυθορμητισμός έδινε τη θέση του στην αφηγηματική και νηφάλια γραφή, σε μια φιλόδοξη στόχευση μιας ποιητικής κοσμογονίας. Ξεκινώντας οριακά απ’ το χάος, η ποιήτρια διατρέχει λυρικο-επικά την ανθρώπινη εξελικτική περιπέτεια, φτάνοντας μέχρι τον κόσμο των δικών της προσωπικών αναμνήσεων. Σ’ αυτό το βιβλίο, άνισο ως προς τις αισθητικές του πραγματώσεις, βρίσκουμε εντούτοις και μερικά από τα πιο κατορθωμένα ποιήματα του συνόλου έργου της.

Μια δεκαετία αργότερα (1997) κυκλοφορεί το λυρικο-αφηγηματικό Γράμμα στον Αγνοούμενο, μαρτυρία και γραφή οδύνης για το ξαδέρφι που δεν γύρισε ποτές πίσω. Και σε μικρή μόνο χρονική απόσταση η ποιήτρια μάς εκπλήσσει ξανά με νέα δημιουργία, που της δίνει τον τίτλο Στον κρατήρα του Ήλιου. Καμιά σχέση με τον προηγούμενο χαμηλόφωνο κι εκφραστικά συγκρατημένο εκφραστικό τόνο. Οι στίχοι λυρικά μεγαλόστομοι και κοφτοί εξακοντίζονται με ένταση και σουρεαλιστικές εξάρσεις από τα βάθη μιας ψυχής, που αναμετριέται αξιοπρεπώς στην κονίστρα των λογής υπαρξιακών προκλήσεων. Έτσι γι’ άλλη μια φορά η ποιήτρια πείθει ότι μπορεί ν’ ανανεώνει με ευχέρεια το ψυχο-πνευματικό υπέδαφος που της αρδεύει την έμπνευση, προσφέροντας κάθε φορά μια νέα ανθοφορία. Είχα γράψει κάποτε γι’ αυτό το βιβλίο το ακόλουθο χαρακτηριστικό σχόλιο:

…Η Μυριάνθη κατορθώνει πλέον να αισθητοποιεί τις εμπειρίες και τις ιδέες της, μεταπλάθοντάς τες σε ψηλαφητή ύλη αυθεντικών και ζωντανών εικόνων από τη φύση, της οποίας γνωρίζει καλά τα μυστικά και τη γλώσσα. Συνδυάζει επιτυχώς τη λυρική ευαισθησία που πάντα τη διέκρινε, με εκφραστική τόλμη και ρωμαλεότητα. Συνθέτει τελικά ένα ποιητικό πανόραμα ενιαίο και συμπαγές, αλλά και στα μέρη του σφριγηλό και παλλόμενο, όπως είναι κάθε σωστή και ισορροπημένη δημιουργία.

Το 2004, με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Μυριάνθη πάλι καινοτομεί και δίνει το λογοτεχνικό της παρόν με το
Οδοιπορικό  Η πόρτα μου ήτανε μεράντι. Φωτίζει αθέατες πτυχές του δράματος των εκτοπισμένων, που στο πέρασμα του χρόνου υπόκεινται ψυχολογικά σε απρόβλεπτες προσαρμοστικές μεταβολές. Η ηρωίδα, μια ηλικιωμένη γυναίκα με πολλές προσδοκίες, κάνει το ταξίδι της επιστροφής στη γενέθλια γη και στο πατρικό σπίτι, όπου όμως σύντομα συνειδητοποιεί την ανατροπή των αγαπημένων παραστάσεων της μνήμης. Πίσω από την προφανή ικανοποίηση για την πραγματοποίηση του πολύχρονου πόθου της επιστροφής, το σαράκι της αποξένωσης σηκώνει ανεπαίσθητα κεφάλι… Και ταλαιπωρημένη στο τέλος της μέρας από τις έντονες συγκινήσεις, αυθόρμητα κάποια στιγμή εκδηλώνει ένοχα την πρόθεση να γυρίσει πίσω στον συνοικισμό, στο τωρινό της νέας πραγματικότητας σπίτι της.

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου στην Πανελλήνια δημοτική, με τον τίτλο Άριες του περασμένου Καλοκαιριού, έκδοση 2007, συνιστά το αυθεντικότερο και γνησιότερο ανάβρυσμα της λυρικής της ιδιοσυγκρασίας. Αποτελεί ένα αρτεσιανής εκροής δημιουργικό συναπάντημα πρωτογενών βιωματικών παραστάσεων, με φόντο πια τη ζωή που γέρνει στη δύση της. Οι στίχοι, με έντονους δημοτικούς απόηχους, είναι προπάντων ρυθμός και τραγούδι, είναι ανάβρυσμα ψυχής κι αξιοπρεπής στάση ζωής, γεμάτης πληρότητα και δημιουργία.

Για το διαλεκτικό μέρος της ποίησης της Μυριάνθης, που αξιολογείται ως σημαντικό, ο χώρος μού επιβάλλει να κάνω μόνο μια σύντομη αναφορά. Έχει εκδώσει δυο βιβλία, Τα φκιόρα της πικραθασιάς (2003), και τα Τριαντάφυλλα τζ’ αγκάθκια (2009). Χωρίς την πρόθεση να μακρυγορήσω, παραθέτω μικρό μέρος από δικό μου προλογικό κείμενο, που δίνει και το στίγμα αυτής της ποίησης:
Τη διαλεκτική γλώσσα που χρησιμοποιεί στην ποίησή της η Μυριάνθη, θα τη χαρακτήριζα κατά κάποιο τρόπο ανεβασμένη κι αρχοντική, αφού αντιπροσωπεύει, πιστεύω, την παραδοσιακά πιο συνειδητοποιημένη μερίδα του λαού μας. Εξάλλου η εξεζητημένα βαριά και άκαμπτη κυπριακή διάλεκτος καταντά συχνά αντιαισθητική, καθότι φτιαχτή και άσχετη με τη γλωσσική πραγματικότητα. Κι ακόμα κάτι: Η ποίηση αυτή διακρίνεται κι από μια ευφρόσυνη διάθεση, γεμάτη πνευματικότητα και πηγαίο χιούμορ. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που μίλησα για ένα διάχυτο κλίμα λαϊκής αρχοντιάς, όχι μόνο στη μορφή αλλά και στον βαθύτερο χυμό που τη διατρέχει. Και τούτο δεν είναι απλά υπόθεση προσωπική της ποιήτριας, αλλά στάση του κόσμου εκείνου που ζωντανεύει με την τέχνη του λόγου της.

«Aνάδρομα» λήμματα από την ποίηση της Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου:

Αν είσαι

Αν είσαι έρωτας
άσε τα βέλη στη φαρέτρα
τραύματα άλλα δεν μου πάνε πια
Αν είσαι αγάπη πάλι
άλλη δεν είναι εσθήτα να ντυθείς
θυσία δεν είναι άλλη
λύτρωση δεν είναι καμιά

μια λέξη είσαι
σε χλωμό χαρτί
Της μοίρας που με δέρνει
είσαι πλάνη.

Ασήμωσε κυρά

Νύχτα, τί να γυρεύεις στο περβάζι μου.
μουγκή, σεληνοφόρα;
Φοράς τα ξεσκισμένα σου πουκάμισα
μισά φορείς τα τρύπια σου σαντάλια
λιανίζεις τ’ όνομά μου στα νερά
Ασήμωσε κυρά μου να σου πω
πως σκούζει απόψε το πουλί
λυπητερά πως κλαίει τ’ αηδόνι
δονεί τους κάμπους και ραγίζει τα βουνά
Ασήμωσε κυρά.

ΑΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, 2007

Η μέρα μπήκε αστραφτερή

Η μέρα μπήκε αστραφτερή στην υψικάμινο
δρασκέλισε το ουράνιο τόξο με τα χρώματα
κι άχρωμη εξήλθε
στην αντίπερα όχθη του λευκού χειμώνα
Κύκλοι
επάλληλοι κύκλοι
Στα κράσπεδα των μακρινών ερήμων
αρχέγονος άνεμος ιχνογραφεί ανεξίτηλα ίχνη
Τραχύ το μάγουλο της γης
στον τελευταίο ασπασμό των παγερών ονείρων
Ριπή οφθαλμού και φεύγει το πουλί
σε σφαλιστά ματόκλαδα πατώντας
μ’ ένα σφαγμένο λούλουδο στο στόμα του.

Στα μάτια ενός παιδιού

Στα μάτια ενός παιδιού θα ξημερώσω
μιαν αειπάρθενην αυγή
μ’ ένα πετράδι αμέθυστο στην κόμη μου
κι ένα αλάνθαστο σπαθί
στο αστραφτερό θηκάρι
να ξεπληρώσω την οδύνη ενός ρηχού χαμόγελου
του μισοτέλειωτου παραμυθιού την πίκρα
να απαλύνω
Ορκίζομαι
στα μάτια ενός παιδιού θα ξημερώσω.

ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΗΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, 1999

Φυλακισμένος Απρίλης

Έσκαγε ο Απρίλης
σ’ ένα τριαντάφυλλο κατακόκκινο ρόδο
σφιχτό μαστάρι της παρθένας ξέγυμνο
ασυμμάζευτο στους κόρφους της
-Κουμπώσου, μ’ ορμήνεψε
κι ας μην είχα τίποτε καλύτερο
από τ’ απριλιάτικα ρόδα
που μ’ έντυναν ολόκληρη
ένα μπαξέ καλοκρυμμένο
από τα μάτια των περαστικών
Πέρασε ύστερα ο πραματευτής
ένας πλανόδιος έρωτας
διαλαλώντας πραμάτιες κι αρώματα
-Δεν τα χρειάζεσαι, είπε
κι ας μην είχα τίποτα καλύτερο
από το παλιό μου ρούχο
Έσκαγε ο Απρίλης φυλακισμένος

στα μπουμπούκια της μηλιάς
κι όπως ο ήλιος έγνεθε
χρυσό το νήμα για τ’ ακριβά προικιά
έσκαψα ένα πηγάδι
κι ακόμα ψάχνω
μια φλέβα κρύσταλλου νερού
που λαμπυρίζει στα βάθη του.

ΑΧΡΟΝΗ ΦΥΣΗ, 1998

Μέρα – Νύχτα

Πόσο αργά υφαίνει η μέρα το σεντόνι της
αναμετρώντας τις ατέλειωτες ώρες
στα μαλλιά τα ξέπλεκα του ήλιου
αναρριγώντας τ’ άγνωστα δευτερόλεπτα
στα ξεχασμένα στήθια του
ποδοβολώντας τη λαχτάρα της ζωής
στις σκονισμένες πατούσες του
Πόσο ταχιά ξηλώνει η νύχτα τα σκοτάδια της
Ριγμένο στη βιασύνη το φεγγάρι
μαζεύει τα χλωμά του πρόσωπα
Κι ο αυγερινός βαραίνοντας
του ύπνου τρομαγμένο βλέφαρο
να προλαλεί
με φωνή του αγουροξυπνημένου αλέκτορα
την έλευση της αγωνίας.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, 1978

Οι Όμορφες

Να γένετουν τζιαι τα δεντρά
να ρίφκαν τους αθθούς τους

τζιαι να γεμώναν τα στενά
τζι οι κάμποι με τους μούσκους
να ρέσσουσιν οι όμορφες
ν’ αλαφροπαρπατούσιν
σαν τες τριανταφυλιές του Μά
τες κότσινες ν’ αθκιούσιν

Να γένετουν τζ’ η θάλασσα
κραβάτιν παμπατζένον
τζι ο ουρανός με τ’ άστρη του
σεντόνιν πλουμισμένον
να ππέφτουσιν οι όμορφες
τζιαι να με συλλοούνται
να με θωρούν στον ύπνον τους
την νύχταν που τζοιμούνται.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΖ΄ ΑΓΚΑΘΚΙΑ, 2009

Δός μου αφορμήν να ζήσω

Πέ μου πού τρέχουν τα νερά
τζιαί πού κατρατζιλούσιν
αντρόσ’ιν εις το θκιάβαν τους
να βάλω να τα στήσω,
τες νιότες μου που γκρούζουσιν
μες στο λαμπρόν τζιαί λιούσιν
σαν το γλωμιάρικον τζιερίν
στο δρόσος τους να σβήσω.

Πέ μου πού πάσιν τα πουλιά
που φεύκουσιν αλάϊν
να ππέσω το κατόπιν τους
τζιί να τα στρέψω πίσω,
μερόνυχτον να τζιελαδούν

τούτ’ η καρκιά που ‘ράην
να ‘βρει μιαν στάξην νεπαμόν
τζι εγιώ αφορμήν να ζήσω.

ΤΑ ΦΚΙΟΡΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΑΘΑΣΙΑΣ, 2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ποιητής Κυριάκος Χατζηλουκάς

Η δυσχερής ποίηση
του Κυριάκου Χατζηλουκά –

Η πρώτη μου γνωριμία με την ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά ανάγεται στο έτος 2000, όταν ως ένας από τους ανθολόγους του τόμου Οργής και Οδύνης – Εκατόν Φωνές, ερχόμουν σε ουσιαστική επαφή με το έργο του. Η ενασχόληση εκείνη όχι μόνο εμπλούτισε τη γνώση και την ποιητική μου ευαισθησία, αλλά μου δώρισε κάποιες φορές την ηδονική αίσθηση της έκπληξης, και της ανατροπής ακόμη. Εννοώ φυσικά κάποια διαφοροποίηση της δικής μου αποτίμησης από την τρέχουσα αξιολογική κλίμακα.

Η ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά ήταν μια τέτοια, δυσχερής μεν, αλλά αναγνωρίσιμα ενδιαφέρουσα περίπτωση: Καλλίφθογγος στη γλωσσική εκφορά, ιερατική στο ύφος κι αινιγματική στη χασματική της ανάπτυξη. Ως εάν να αρθρώνονταν από τον ποιητή-προφήτη, που πολλά είδε και μνημόνευσε ήδη, γριφώδη εκφωνήματα δραματικά συντελεσθέντος ιστορικού βίου. Οι τίτλοι των τεσσάρων βιβλίων του, με την ποίηση που περιέγραψα, είναι χαρακτηριστικοί της καλλιτεχνικά ομοιογενούς και μακράς αυτής διαδρομής: Αρμοί, 1993, Αρμοί πλέοντες, 1995, Αρμοί Αιχμητές, 1998, Αρμοί Σταλαγμίτες, 2004.
Επρόκειτο σίγουρα για μια αποκλίνουσα και ιδιότυπη ποιητική δημιουργία. Αποκλίνουσα στα εκφραστικά μέσα, αλλά και στην ψυχοπνευματική διάθεση, ένα κράμα κρυπτικής αγγελίας όσο και Κάλβειας εποπτικής υψιπέτειας. Η μεγαλύτερη όμως απόκλιση αφορούσε στην ίδια την ποιητική δομή και πραγμάτωση, όπου η ελλειπτικότητα και η λεκτική απογύμνωση έτειναν προς το α-
ρηματικό επιφώνημα, την ανολοκλήρωτη φράση ή και τη σύζευξη δυο-τριών μόνο λέξεων.

Οι γύροι αναρίθμητοι
Οι γραφείς με το μέγα άχθος
τα κύτταρα
οι καημοί των γενών
οι γιοι
το Γένος στο γλυκασμό των οριζόντων

*
Ο χώρος πνίγει.
Ο παγιδευμένος χρόνος φρικιά στην παλαίστρα.

Ο ποιητής, θυμικά επαναλαμβανόμενος, ξετυλίγει χωρίς ορατό τέλος τους διακεκομμένους του στίχους, που γίνονται ανεπαίσθητα ατελείωτοι βηματισμοί κι εκ βάθους αντίλαλοι της ψυχής του. Οι στίχοι αυτοί αρθρώνονται αργά και μονότονα, χωρίς εναλλακτικότητα, σ’ ένα διαρκές τοπίο στωικής εγκαρτέρησης και πένθιμης υψηλοφροσύνης. Θέλει πολλή υπομονή και συμπάθεια για να παρακολουθήσει κανείς μέχρι τέλους τον ασθμαίνοντα και προοπτικά ατέρμονα δρόμο του Κυριάκου Χατζηλουκά. Οι περισσότεροι αναγνώστες τον εγκαταλείπουν, άλλοι στην αρχή κι άλλοι στη μέση. Ο καταιγισμός των Αρμών τούς φέρνει μια κόπωση και μια δυσφορία, αφού τους φαίνεται να μην συμπληρώνονται στοιχειωδώς στιχουργικά σύνολα, να μην προεκτείνονται στη φυσιολογική τους κορύφωση και την κάθαρση πνευματικά διλήμματα ή ψυχικά δρώμενα.
Και όμως: Παρόλο που προσωπικά δηλώνω κι ο ίδιος όχι εντελώς αμέτοχος μιας τέτοιας αναγνωστικής εμπειρίας, παρόλο που σε αρχική φάση μερικώς λιποψύχησα, μέσα
μου ένιωθα ότι η ποίηση αυτή κρύβει ικανοποιητικά ψήγματα πυκνών και πρωτότυπων στίχων. Στους σημερινούς καιρούς της στεγνής και άπνοης ατομοκεντρικής φλυαρίας, κάτι μ’ έσπρωχνε πεισματικά ν’ αφουγκραστώ προσεκτικότερα το απόκρυφο ανάβρυσμα ενός λυρισμού, που εξέπεμπε ένα περίεργο όσο και δύσβατο ποιητικό υπέδαφος.

Πλάνητα όνειρα ρήμαξαν τα άδεια καμίνια
βυθίστηκαν με τη στάχτη.
Φαρμακωμένη ελιά σκέπασε τη γενιά μου.

*
Η Κόρινθος κλείνει τα μάτια.
Οι λόφοι χάνονται.
Σκάβουν πατρίκιοι.

*
Το Αιγαίον παρόν.
Στους στεναγμούς οι δόγηδες.
Άληκτο το ταξίδι.
Η Βενετιά άβαθη λίμνη.
Νόστος για αυλές.

Το ποιητικό φαινόμενο Κυριάκος Χατζηλουκάς μπορεί να ήταν για πολλούς μη υπαρκτό, για τον γράφοντα όμως αποτέλεσε σταθερά αντικείμενο προβληματισμού κι αισθητικών εστιάσεων επί μακρόν χρόνο. Μέσα από φιλικές συνευρέσεις και παραγωγικούς διαλόγους έβγαινα κάθε φορά κατά τι σοφότερος, με εμπειρίες και συμπεράσματα συγκρουόμενα με δεδομένες αξίες ή εντυπώσεις. Ανιδιοτελώς και για αισθητική μονάχα άσκηση και τέρψη, αναζητούσα μ’ ευδαίμονα ζήλο το πραγματικά
γνήσιο κι αυθεντικό, μα και πρωτόγνωρα μεταπλασμένο σε ποίηση.
Διανύαμε στο μεταξύ μια περίοδο υφέρπουσας σιωπηρής αμφισβήτησης ιερών κι υπερτιμημένων τεράτων της εγχώριας ποίησης, κι αυτό όχι χωρίς λόγο. Ο Κώστας Μόντης για παράδειγμα είχε αρχίσει να γίνεται από καιρό στεγνός κι επαναλαμβανόμενος, αφού υπεράντλησε για δεκαετίες χωρίς ανανέωση τ’ αποθέματα των Στιγμών του. Άλλοι εξίσου δόκιμοι και καταξιωμένοι είχαν ήδη καταθέσει το κύριο σώμα του πραγματικά αξιόλογου έργου τους, χωρίς να έχουν να προσθέσουν κάτι άλλο εξίσου σημαντικό.

Διαβάζοντας τώρα με κάποια έκπληξη τους Αρμούς ενός ελάσσονος ποιητή, ανακάλυπτα τον βιβλικό ερειπιώνα μιας σχεδόν άναυδης μνήμης. Μιας μνήμης θεμελιακά τραγικής, που με λειψές λεκτικά συναρμόσεις «επιχειρεί απεγνωσμένα να αποκαταστήσει ακέραια τη συνολική εικόνα τού εκεί και του τότε, μέσα από τον θρυμματισμό τού εδώ και την κατάτμηση του τώρα» (Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή ). Καμιά κατηγοριοποίηση δεν είχε πια σημασία. Ήσσονες με καλή ποίηση (ή και μείζονες με αστοχήματα) ερέθιζαν εξίσου τη φαντασία για ελεύθερη έρευνα και κι απροκατάλυπτες αισθητικές καταδύσεις.

Μας κοίμιζαν ανεστραμμένοι μύθοι.
Εγέρσεις μ’ ασταθή βήματα.

*
Ζητάς να δέσεις αστύλωτους αρμούς
να σκεπάσεις αμαρτωλές γούβες.
Τον Κυριάκο Χατζηλουκά φυσικά κανείς δεν τον ανακήρυξε αφελώς μεγάλο ή κορυφαίο. Προσωπικά απλώς πίστεψα στην πρωτοτυπία και τη μοναδικότητα της φωνής του, που αντιστάθμιζε με βεβαιότητα τις προφανείς του αδυναμίες. Έτσι, όσο και ν’ ασχολήθηκα κατά καιρούς με πολλά και διάφορα, όσο και να προσέκρουα ενίοτε στη διαφωνία και τον αντίλογο, επανερχόμουν κάθε τόσο δριμύτερος, ως αισθησιοβόρο αρπακτικό κάνοντας κύκλους γύρω από τον σκληρό κι εύφθογγο ποιητικό του πυρήνα.
Στο μεταξύ το 2009 πρωτοδημοσιεύεται στην Ακτή ένα εξαίρετο και διεισδυτικό κείμενο του Δημήτρη Γκότση για την ποίηση του Χατζηλουκά, με τον μακρύ τίτλο Απορητική ποίηση – Μέσα από μιαν έρημο τραγικών απολιθωμάτων. Λίγοι όμως το πρόσεξαν, κι ακόμη λιγότεροι αποδέχτηκαν τα λεγόμενά του. Καταθέτω αποσπασματικά καίριες του επισημάνσεις (αναφέρεται στη συλλογή Αρμοί Σταλαγμίτες, 2004):
…Καθώς λοιπόν δεν περιγράφονται από τον ποιητή μας παροντικά γιγνόμενα ή ακόμη και συμβαίνοντα, παρά ηχούν εκ μέρους του πολύ χαμηλοφώνως και σχεδόν μονότονα τα ημιαφανή διαγράμματα και οι επιμνημόσυνες λεπτές σωρεύσεις, θαρρείς παλαιότατων γεγονότων και συμβεβηκότων, ακροαζόμαστε σαν μέσα σε μιαν αρχαιότατη πέτρα, σαν μέσα σε ένα απολίθωμα ιστορικού δράματος – αλλά και δράματος της ιστορικής συνείδησης – μιαν ομιλία που πρέπει πολύ να μοχθήσουμε για να αποτελέσουμε «όμιλο» μαζί της. Επειδή δεν θέλει οπωσδήποτε να συνομιλήσει μαζί μας, αλλά μονάχα να μας θυμίσει κάτι. Γι’ αυτό και προσπαθεί η εμπεριέχουσα αυτό το κάτι πέτρα να ανυψωθεί εμπρός μας αργά-αργά, σαν «σταλαγμίτης φέρων βάρος ιερόν».

Παρόμοια επίσης αγνοήθηκαν και δεν διαβάστηκαν οι εύστοχες παρατηρήσεις για την ποίηση των Αρμών της Χρυσοθέμιδος Χατζηπαναγή (Πνευματική Κύπρος, 2005), η οποία εντοπίζει την κύρια αιτία της αναγνωστικής της δυσχέρειας στο γεγονός ότι «ο συνδετικός ιστός της συνάρθρωσης δεν ανιχνεύεται λεκτικά ή σημειολογικά, αφού ως τέτοιος λειτουργεί μόνο ένας εσώτερος διαθεσιακός πυρήνας».

Έτσι η σπάνια όσο κι αμφιλεγόμενη ποίηση των Αρμών εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται στην αφάνεια, αφού δεν προσφέρεται στην εύκολη πρόσβαση κι αποκλίνει τόσο αποτρεπτικά από τις εξοικειωμένες δομές. «Λείπουν οι ευχερείς επιφάνειες της αμετάπλαστης διήγησης και τα εμφανέστατα σκηνογραφικά της υλικά», σύμφωνα με τον Δημήτρη Γκότση. Και όμως η ποίηση, όπως και κάθε καλλιτέχνημα, δεν πρέπει ν’ αποτιμάται μόνο με το κριτήριο της εύκολης κι άνετης μεταδοτικότητας. Γιατί ο χρόνος αθόρυβα κάνει αργά ή γρήγορα τη δουλειά του, επανεκτιμώντας όπου χρειάζεται.

Εκεί λοιπόν που η προσδοκία μου για μια στοιχειώδη τουλάχιστον κατανόηση του συγκεκριμένου ποιητικού έργου άρχιζε να κλονίζεται, εκδίδεται ξαφνικά από τον Κυριάκο Χατζηλουκά (2009) ένα καινούργιο, πολυσέλιδο και σε πολλά διαφορετικό ποιητικό βιβλίο, με τον τίτλο Χρωμόφως. Το αντιμετώπισα καταρχήν με σκεπτικισμό κι επιφύλαξη, όταν το πρωτοδιάβασα σε προ-εκδοτική φάση. Ήταν μια πολυφωνική σύνθεση για τον αγώνα ελευθερίας του λαού μας, συνάμα όμως και επώδυνη καταβύθιση στον καθαγιασμένο χώρο και χρόνο της ιστορίας. Δομικά περιελάμβανε αλληλοδιαδόχως πολύστιχα έντιτ-
λα ποιήματα και ενδιάμεσο αφηγηματικό λόγο. Τα ποιήματα της ενότητας Ετέρα Γραφή, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, γράφτηκαν σε καταφανώς πιο κοσμοπολίτικο πλαίσιο. Τα διέκρινε μια ευρύτερη θεματική, με πάντα αισθητό τον φιλόπατρι νόστο κι ένα διάχυτο φυλετικό άλγος.
Το ποιητικό μου αισθητήριο εντόπισε γρήγορα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη στη λειτουργικότητα των θραυσματικών και ιδιότυπων Αρμών. Δεν αιωρούνταν πλέον διάσπαρτες, ασύνδετες λογικά μεταξύ τους κι ελλειπτικές ως τα άκρα, οι γνωστές λεκτικές συναρθρώσεις των προηγουμένων του βιβλίων. Ενταγμένες τώρα μέσα σε καθορισμένη θεματική – και διατηρώντας την προτέρα τους ιδιομορφία – συνέβαλλαν οργανικά στην κεντρική κι ενιαία ανάπτυξη της εκάστοτε σύνθεσης.

Έρχονται φώτα που ξέχασες
αρώματα χαμένα σ’ ανέμους
σπιθίσματα από ταφόπετρες.
Μνημονεύονται πτωχοί γραφείς
κι αφρόντιστοι απόστολοι.

Στρέφεσαι στο πηδάλιο.

Από παλιά πρέσβεις σ’ ακτές.
Κοινωνείς νέου αίματος.
Ζητάς να ιχνεύσεις το κοίλο τ’ ουρανού.

Σε κινεί ζωή που δε βλέπεις.
Κρυφή αύρα υψούσα.
Σύρεσαι στη σιωπή μεγάλων στιγμών
να λυγίσεις την κίτρινη λαίλαπα.

Λύεις εμμονές.

Ωραιώνεις στοιχήσεις.
Απαντιέσαι με νέες πνοές.
Αναστρέφεις τα ρήγματα.

Έρχονται στάσεις
Θυμάσαι λευκανθούς.
Στοιχειωμένα αγάλματα θραύονται
Πέφτουν φαρέτρες από φέρετρα.

(απόσπασμα)

Το πρόβλημα όμως τώρα ήταν άλλο…Στην ποιητική συλλογή συστεγάζονταν διάφορα, αισθητικά ανόμοια και ασύμβατα πράγματα. Τα πεζά παρένθετα, για παράδειγμα, ήταν εντελώς εκτός κλίματος από κάθε άποψη, κατά τη γνώμη μου πολύ κατώτερα λογοτεχνικά. Θόλωναν τη γενικότερη εικόνα κι αποσπούσαν την προσοχή από το επίτευγμα που θα τιτλοφορούσα εμφατικά: «από τα θρύμματα των Αρμών στα δύσβατα συνθέματα του Χρωμόφωτος». Η αναμενόμενη όμως υπέρβαση είχε γίνει. Κι ο κυριότερος σκόπελος της αναγνωστικής προσβασιμότητας αναιρείτο σ’ ένα βαθμό. Επρόκειτο αναμφίβολα για μια συνθετικότερη προσπάθεια.
Αν τελικά μ’ αυτούς τους διαλογισμούς και τις κρίσεις φανώ ότι σχολίασα με κάποια υπερβολή και με πάθος, ελαφρυντικό μου ας είναι η αγάπη για την ποίηση και τους τρόπους που έχει να μας ξαφνιάζει.

 

“Ουδένα μισθόν έλαβεν” του Τ. Χατζηδημητρίου ( γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης )

ΤΑΚΗ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ : ΟΥΔΕΝΑ ΜΙΣΘΟΝ ΕΛΑΒΕΝ, έκδοση 2013
– Από Ανδρέα Πετρίδη

Το βιβλίο «Ουδένα μισθόν έλαβε», του Τάκη Χατζηδημητρίου, είναι αναφορά,μετά θάνατον, στον βίον και την πολιτεία του πατέρα του Ευστάθιου Χατζηδημητρίου. Η έκδοσή του δεν είναι απλά ένα μνημόσυνο στη μνήμη ενός αγαπημένου προσώπου της ιδιωτικής καθημερινότητας… Κι αυτό γιατί ο ήρωας της αφήγησης υπήρξε ζωντανή προσωπικότητα, που συμμετείχε ενεργά και για πολλά χρόνια, στα δρώμενα μιας ταραγμένης ιστορικής περιόδου. Μπήκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό με το ξέσπασμα των Βαλκανικών πολέμων, το 1912, κι αποστρατεύτηκε γυρίζοντας μόνιμα στην Κύπρο, το 1922, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Το μεγαλύτερο και πιο σπουδαίο παράσημο που έφερε μαζί του, ήταν οι αξέχαστες αναμνήσεις και το Φύλλον αορίστου αδείας, με την σπουδαία καταληκτική φράση: ΟΥΔΕΝΑ ΜΙΣΘΟΝ ΕΛΑΒΕΝ – που επιλέγηκε και ως τίτλος του.
Με καταγωγή την Πυργά της Μεσαορίας, από φτωχή αγροτική οικογένεια, συνηθισμένο φαινόμενο στην Κύπρο των αρχών του περασμένου αιώνα, και με φοίτηση μόνο στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ο Ευστάθιος ακολούθησε σύντομα τις επιταγές της ανήσυχης φύσης του. Κυνήγησε ενεργητικά και συνειδητά μια περιπετειώδη, αλλά κοινωνικά και εθνικά υποδειγματική πορεία, αφήνοντας αξιόλογη ηθική κληρονομιά στα παιδιά του και την πατρίδα του.
Ο πρώτος σταθμός ήταν η μετακόμισή του στην πρωτεύουσα, τη Λευκωσία, όπου προσαρμόστηκε με την φιλοπονία και την ευθύτητα του χαρακτήρα του. Επέπλευσε έτσι επαγγελματικά, αξιοποιώντας ευκαιρίες και κάνοντας φιλίες με βάθος και διάρκεια. Ανήσυχο πατριωτικό πνεύμα όπως ήταν, δεν μπόρεσε να μην ακούσει νωρίς τα αλυτρωτικά καλέσματα της ελληνικής ιστορίας. Γι’ αυτό κι ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν να δώσουν ένα δυνατό και πολύχρονο παρόν στο εγερτήριο σάλπισμα των Βαλκανικών πολέμων. Τον Οκτώβρη του 1912, μαζί με πολλούς άλλους Κύπριους, ταξιδεύει με πλοίο στην Αθήνα, κι εγγράφεται ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Μια μεγάλη και συνταρακτική περίοδος της ζωής του αρχίζει. Οι σχετικά λιγοστές, γραπτές μαρτυρίες του, που ανευρίσκονται μετά τον θάνατό του αργότερα, είναι συγκλονιστικές. Μας μεταφέρουν, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, κάτι απ’ το άρωμα των αυθεντικών διηγήσεων του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Καταθέτω ένα απόσπασμα:

«Επήραμεν τες αετοράχαις.Μια φάλαγγα προς το Πιζάνι και μια άλλη προς τον Δρίσκο. Όταν πλησιάσαμεν τα φρούρια είχαν κανόνια βαριά, μας ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουμε νύκτα, πανικός , σκοτάδι, πολύς στρατός έφυγε προς τα Πέστα- και αξιωματικός ένας λοχίας ονόματι Λουτσάρης, παλαίμαχος του Κομιτάτου Μακεδονίας με τον Μελάν…»

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Ευστάθιος δεν είναι ομοιογενής, αλλά ένα κράμα των ακουσμάτων που έχει βιωματικά αποθησαυρίσει. Το ύφος του όμως είναι εύκολα αναγνωρίσιμο, στοιχείο γνήσιας και αυθεντικής ιδιοσυγκρασίας. Είναι κρίμα που οι περιστάσεις δεν τον ενθάρρυναν να γράψει πολύ περισσότερα, γιατί όλα όσα έζησε αποκτούν μιαν άλλη λάμψη μέσα από τον πρωτογενώς βιωματικό λόγο του.
Κάπου αλλού, αναφερόμενος πάλι στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Ηπείρου, διηγείται παραστατικά και με πολυ γλαφυρό τρόπο:
«Εφτάσαμεν εις το Τεπελένι, χωργιόν του Αλή Πασά. Μέχρι εκεί εδόθην διαταγή να προχωρήσουμε…Το Τεπελένι ένα χωργιόν μικρόν με ένα φρούριον κτισμένο εις το άκρον του χωργιού, κτισμένον από τα νερά του ποταμού Αώου και έχει εμβαδόν 500 μέτρα όλο πέτρα πελεκητή, εις τας 4 γωνίας έχει ψηλά και μια σκοπιά, όπου τη φύλαγαν. Μέσα έχει κτισμένο το τζαμί του, το ανάκτορόν του, διάφορα σπίτια της υπηρεσίας. Από μέσα από το φρούριον προς τον ποταμόν έχει πολλά πονδρόμια, δεν ξέρω πόσα, με πολλά σκαλιά μέχρι το νερόν, διότι ένας τοίχος είναι κτισμένος από το νερόν του ποταμού. Εκατέβηκα κάτω, είναι περί τα είκοσι σκαλιά μέχρι κάτω από την υγρασίαν του νερού, (λέγω μόνος) πόσοι εδώ μέσα εσαπίθηκαν και έλιοσαν! »

Οι καταγραμμένες αναμνήσεις του Ευστάθιου Χατζηδημητρίου βρέθηκαν και αξιοποιήθηκαν από τον συγγραφέα του βιβλίου- και υιόν του- Τάκη Χατζηδημητρίου. Σταματούν δυστυχώς μέχρι τα γεγονότα των Βαλκανικών πολέμων, ενώ περαιτέρω πληροφορίες για τη συμμετοχή του Ευστάθιου στη Μικρασιατική εκστρατεία, προκύπτουν από κατοπινές προφορικές διηγήσεις ή συνεντεύξεις του ήρωα σ’ εφημερίδες. Είναι χαρακτηριστικά κάποια σχόλια, που κάνει με συγκίνηση ο Τάκης, στο προλόγισμά του:

…Όσα ο πατέρας μου μας έλεγε τις μακρές νύχτες του χειμώνα, ή τις καλοκαιρινές βραδιές κάτω από την κληματαριά, μας εντυπώθηκαν βαθιά. Χρειάστηκε όμως να περάσουν χρόνια πολλά για να ξαναλογαριάσουμε όσα ακούσαμε, για να καταλάβουμε πόσο σημαντικά ήταν. Βρήκαμε ακόμη, ότι μας δημιουργήθηκαν πολλά ερωτήματα, όμως ο Ευστάθιος δεν ήταν πια ανάμεσά μας για να μας απαντήσει…

Διαβάζουμε ακόμα στον πρόλογο του βιβλίου για το σημαντικό, έστω και ολιγοσέλιδο, χειρόγραφο του Ευστάθιου, και τη προφανή του αξία:

Στο τετράδιο δεν μιλά μόνο για τους πολέμους. Περιγράφει τη ζωή στο χωριό του, την Πυργά της Μεσαορίας, τη μετάβασή του στην πόλη, τις συνθήκες ζωής στις αρχές του εικοστού αιώνα. Κι αυτό είναι που κάνει τη διαφορά: Πώς ένας νέος, με μόνο στοιχειώδεις γνώσεις των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, θεώρησε καθήκον του να πάει στην Ελλάδα να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν πήγε σαν μισθοφόρος, αλλά ως άνθρωπος που υπάκουσε στη φωνή της συνείδησής του.

Ο συγγραφέας εκτιμά, ότι το χειρόγραφο του πατέρα του είναι η βάση και η εκκίνηση συγγραφής αυτού του βιβλίου. Αποτελεί τη ψυχή μιας εργοβιογραφίας, η οποία συμπληρώθηκε με επιπρόσθετη βιβλιογραφική συγκομιδή. Ανήκει στη συνθετική μαεστρία του Τάκη Χατζηδημητρίου, η άντληση διασταυρούμενων και ποικίλης υφής πληροφοριών για πρόσωπα και γεγονότα…Τα οποία εντάσσει αρμονικά στο κτίσιμο μιας ζωντανής και ολοκληρωμένης προσωπογραφίας. Οι πηγές του είναι συγκεκριμένες, μερικές από ιστορικά εγχειρίδια, κι άλλες – εξίσου ενδιαφέρουσες – από δημοσιευμένες συνεντεύξεις και λογοτεχνικά βιβλία. Όλα μαζι συνδομούνται όχι στεγνά και παρατακτικά, αλλά πολυεπίπεδα και με εκφραστική ευλυγισία… Τον πρόλογο ακολουθεί το χειρόγραφο, μετά το χειρόγραφο αντλούνται και αναφέρονται σημαντικά στοιχεία από ιστορικές μελέτες, όπως των Πέτρου Παπαπολυβίου και Δημήτρη Ταλιαδώρου. Παρεμβάλλονται ακόμα ως ζωντανό συμπλήρωμα επίκαιρες επετειακές αναδρομές, με απαντήσεις και σχόλια, που δημοσιεύονται σε Κυπριακές εφημερίδες (παράδειγμα οι συνεντεύξεις με τον Γιάννη Κατσούρη). Δεν μένουν επίσης αναξιοποίητες σημαντικές πολύτομες εκδόσεις από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, οι οποίες φωτίζουν και εντάσσουν στη μεγάλη εικόνα τα δραματικά γεγονότα των χρόνων εκείνων. Απ’ όλα τούτα σχηματίζει ο αναγνώστης πλούσια και αντικειμενική γνώση, αποκομίζοντας ιστορικά και ηθικά διδάγματα συγχρόνως. Διαβάζουμε κάπου, σε μια συνέντευξη που δόθηκε στην εφημερίδα ΑΓΩΝΑΣ:

Σαν έκλεισε ο πόλεμος στάληκα στο Δεμίρ- Ισά, που ήταν το Αρχιστρατηγείο μας, να πάρω ένα έγγραφο. Πέρασα πάνω από την τεχνητή γέφυρα του Στρυμώνα, που έφτιαξε ο στρατός μας, μια και χάλασε η κύρια γέφυρα, και πήρα το έγγραφο. Όμως κεί που περιεργαζόμουν τα γύρω, είδα κάτι κάρρα φορτωμένα με τραυματίες. Σ’ ένα μάλιστα απ’ αυτά νόμισα πως διέκρινα τον αδερφό μου ( Ευτύχιο σαββίδη ), που είχα να τον δω απ’ την Κύπρο! Πάντως δεν ήμουν σίγουρος, γιατί είχε τα μαύρα του χάλια…Τον πλησίασα. Η έκπληξή του είναι κάτι που δεν λέγεται. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε.Μείναμε εκείνο το βράδυ μαζί και τά’ παμε, και το άλλο πρωί χωριστήκαμε…

Ενδιαφέρον εύρημα προς ανάγνωσιν- συνάμα και κάποιαν χαλάρωσιν του αναγνώστη-, είναι και μια ακροστιχίδα, γραμμένη πάνω σε κάρτα, που γράφτηκε (χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες) για τον Ευστάθιο Ζατζηδημητρίου το 1920. Σχηματίζει τη λέξη ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ, και σας τη διαβάζω για να μπείτε για λίγο στο πνεύμα μιας άλλης μακρυνής εποχής:

Έφθασεν πάλιν η στιγμή να δης συ την Ελλάδα
Υπέρ την Δόξαν που φορεί ατίμητη στολή,
Στεφάνια Δόξης στέφουσι την εύμορφη Παλλάδα,
Τρανήν εις τόσην εύκλειαν που δεν έχει χολή.
Ανθείς λεβέντη στην ακμή για πόλεμον και πάλιν
Θεού είναι το θέλημαν Λεύθερη η φωνή
Ια να έχεις Αγαθών εις Άρεως αγκάλην
Οι γώριμοι το εύχονται: Τιμή χρυσή φωνεί,
Στέψε τον μοίρα μ’ εύχαρι της Δόξης το στεφάνι
νέος χρυσός εφάνη

Ο τότε Κυπριακός τύπος εκάλυπτε με ιδιαίτερο ζήλο τις επιδόσεις του Κυπριακού εθελοντισμού, κι αυτό διαφαίνεται καθαρά από λήμματα δημοσιεύσεων, που παραθέτει ο συγγραφέας του βιβλίου. Να, μια ανακοίνωση της εφημερίδας ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, προς το τέλος του πολέμου, ημερ. 16.11.22 :

Μεταξύ των αφιχθέντων Κυπρίων προσφύγων, ευρίσκεται και ο από του 1912 σχεδόν αδιαλείπτως υπηρετών εν τω Ελληνικώ Στρατώ, και επαξίως προβιβασθείς εις επιλοχίαν, κ. Ευστάθιος Χατζηδημητρίου. Παρηκολούθησεν τον Μικρασιατικόν πόλεμον σχεδόν απαρχής αυτού, τελευταίως μάλιστα ευρίσκετο μεταξύ του αιχμαλωτισθέντος Σώματος Κλαδά. Κατώρθωσε όμως ευτυχώς να αποδράση και να σωθή, ευρισκόμενος νυν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω.

*

Ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό κεφάλαιο του βιβλίου ΟΥΔΕΝΑ ΜΙΣΘΟΝ ΕΛΑΒΕ, του Τάκη Χατζηδημητρίου, είναι και το πέρασμα του άγνωστου στον περισσότερο κόσμο ήρωα Ευστάθιου, στον χώρο της λογοτεχνίας. Το ήθος και η δράση του, αφού έγιναν πρώτα αντικείμενο θαυμασμού του άμεσου περίγυρου και ανθρώπων που τον έζησαν, ενσαρκώθηκαν σε ήρωες μυθιστορημάτων, απαθανατίζοντας έτσι το παράδειγμά του. Η κόρη του, γνωστή μυθιστοριογράφος Ήβη Μελεάγρου, τον ξαναζωντανεύει δίνοντάς του καθοδηγητικό για τον αναγνώστη ρόλο, στα πλαίσια των νέων ιστορικών προκλήσεων. Στο μυθιστόρημά της Ανατολική Μεσόγειος, οι αναφορές της – σημειώνει ο συγγραφέας, αναδύονται μέσα στις σελίδες από μόνες τους, σαν μια αναγκαιότητα. Δεν παίρνουν πολλές σελίδες, όμως αποτελούν αναφορές κλειδιά σε ανθρώπους και γεγονότα, που χρησιμεύουν για την κατανόηση και την εμβάθυνση της ιστορικότητας του έργου της. Και πολύ σωστά ο φίλος Τάκης, δίνει την και την ακόλουθη πειστική εξήγηση:
Τα γεγονότα που η κόρη του τώρα ζει, ο Ευστάθιος τα έζησε πριν πενήντα χρόνια. Η μεταφορά τους στα σημερινά είναι δύσκολη, αλλά κάνει και τα σημερινά εξηγήσιμα. Πώς εμπλακήκαμε σε πολέμους, πόσο μόνοι είμαστε στις δύσκολες ώρες, πόσα πάθη καλλιεργήθηκαν, και πόσα τραγικά περιστατικά τα συνόδεψαν !
Στα επίκαιρα αδιέξοδα των διακοινοτικών ταραχών και της απειλής ενός νέου πολέμου, η μεγαλοκόρη του Ήβη τον εντάσσει συχνά στην αφήγηση, αφήνοντάς τον μέσα από την πένα της, να μας ταξιδέψει αναδρομικά πέραν της ανιαρής καθημερινότητας και της προκαθορισμένη συμβατικής ζωής, που τόσο απέφευγε στη ζωή του ο Ευστάθιος. Σας διαβάζω μια δυνατή αφηγηματική σκηνή:

...Σαγγάριος, Αλμυρά Έρημος…φτάνουμε στα υψώματα της Άγκυρας. Εκεί διατάχτηκε οπισθοχώρηση…Χειμώνας, βροχές, χιόνια. ¨ολα κάτασπρα , βουνά δέντρα…δέντρα μεγάλα, σαν πολυέλαιοι, από την κορφή μέχρι τη γη κρουσταλιασμένα, σαν λαμπάδες…δέντρα; Πολυέλαιοι, φαντάσου! Νά’ ναι αληθινά όλ’ αυτά;…Τί τόποι!…Δάση πυκνά, αγριογούρουνα, λέει…θεόρατα βουνά, χιλιάδες κοπάδια…
Η συγραφέας είναι στιγμές που τον σταματά, θέλει να ρωτήσει, θέλει να μάθει, οδηγεί την εξέλιξη διαλογικά, εκφράζει απορίες που θέλουν απαντήσεις – μα αυτός φεύγει ολοένα μακρυά της.

Με την κατάρευση του Μικρασιατικού μετώπου λίγο αργότερα, και την αιχμαλωσία του ήρωά μας, ο Ευστάθιος είδε κάποια στιγμή ένα όνειρο, που προανάγγελλε την επιτυχή του απόδραση…Είχε γείρει, λέει, στον κορμό ενός πεύλου, κι έτσι όπως ήταν κατάκοπος αποκοιμήθηκε. Είδε στον ύπνο του να τον περιζώνουν φίδια, έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Τότε ακριβώς εμφανίστηκε ένας γέρος με άσπρη γενειάδα, όπως ακριβώς στο εικόνισμα του Αποστόλου Ανδρέα, τον πήρε από το χέρι και του έδειξε προς την κατεύθυνση ενός ποταμού. Το όνειρο που είδε ήταν συμβολικό και καθοδηγητικό, γιατί τον ενθάρρυνε και τον βοήθησε τελικά να δραπετεύει, διακόπτοντας την αιχμαλωσία.
Στην Προτελευταία εποχή αναφέρεται κι η γενναία του στάση με το επαναστατικό κήρυγμα σ΄ένα παραλιακό καφενείο της Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης, που αποκάλυπτε μια τίμια , τολμηρή και ανιδιοτελή φυσιογνωμία. Ας δούμε πως αναπλάθει η συγγραφέας αυτή την κορυφαία στιγμή του: …Στη Ραιδεστό, που λες…ξέρεις τη Ραιδεστό, Ίων;…Στο καφενείο κοντά στη θάλασσα, γεμάτο στρατιώτες, ανέβηκα σ’ ένα τραπέζι, κήρυξα την επανάσταση, ζητωκραύγασα. Κι ο τόπος παντού σπιούνους…μ’ άρπαξαν…Έτσι παιδί, κι εσύ σαν τον παππού να μοιάζεις, να μη φοβάσαι. Όταν είναι για το σωστό και το δίκαιο…για καλό της πατρίδας, να μην κάνεις ποτέ πίσω…Σου αφήνω όρκο!…
Να σημειώσουμε ότι η αποστράτευσή του συνοδεύτηκε από την παραλαβή Φύλλου αδείας αορίστου διαρκείας, όπου αναγράφεται ότι έλαβε μόνον κατάσταση επιβίβασης και τριήμερον τροφοδοσίαν, και καταλήγει: «Ουδένα μισθόν έλαβε»
Όταν με χίλια βάσανα κατάφερε τελικά να φτάσει στην Κύπρο, οι άνθρωποι εκεί έζησαν συγκλονιστικές εκπλήξεις. Είπαν σκοτώθηκε ( γράφει κάπου στο βιβλίο της, η Ήβη)… Τον κλάψαν, του κάναν μνημόσυνα. Όταν γύρισε, τον έφερε στο χωριό του το τραίνο. Βγήκαν με τα εξαπτέρυγα οι παπάδες, κι όλα γύρω τα χωριά με σημαίες, τον υποδέχτηκαν στο σταθμό. Δεν έβαλε τα παράσημά του, τα είχε φυλαγμένα, και την ευζωνική στολή στο μπαούλο. Όλα τ’ άλλα χάθηκαν στην αιχμαλωσία..

Τα άλλα λογοτεχνικά έργα, στα οποία παρεισφρύει με τη δράση και τις αναμνήσεις του ο Ευστάθιος Χατζηδημητρίου, είναι Ο νέος με καλάς συστάσεις , του κουνιάδου του Λουκή Ακρίτα, και Στυλιανού Ανάβασις, του Γιάννη Κατσούρη. Και σ’ αυτά τα βιβλία δίνει άμεσα ή έμμεσα ένα καθαρό στίγμα, ενεργοποιώντας την ιστορική μνήμη σε ρόλους που κέρδισε με το σπαθί του χαρακτήρα και των πράξεών του. Έμεινε μέχρι τέλους ένας αγνός και ασυμβίβαστος στις αρχές του ιδεολόγος, που δεν έμεινε απαρατήρητος στην τροχιά που διέγραψε. Στον «Νέο με καλάς συστάσεις» του Λουκή Ακρίτα, γίνεται αντιπαράθεση δυο παλιών συμπολεμιστών, του Στακέα, που δέκα χρόνια μετά τον πόλεμο εξελίσσεται σε στεγνό, χωρίς αισθήματα κερδοσκόπο, και του Βαγγέλη ( δηλ. Ευστάθιου ), που παραμένει γνήσιος άνθρωπος, με πίστη στη φιλία και στην αλληλεγγύη.
Στην άλλη διήγηση, τη «Στυλιανού Ανάβαση» του Γιάννη κατσούρη, ο Ευστάθιος ευρίσκεται ανάμεσα παρελθόν και παρόν, ένα δυσάρεστο συγκρουσιακό δυστυχώς παρόν, όπου ο ήρωάς μας καταφεύγει σχεδόν καταναγκαστικά στων παράδεισο των αναμνήσεών του, του 12, του 15 και του 22 .

Η επιστροφή του Ευστάθιου από τον πόλεμο, σήμανε όχι απλά την επάνοδο του πολεμιστή σε έργα ειρήνης, αλλά και το τέρμα μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης περιόδου της ζωής του. Ό,τι θα ακολουθούσε, θα ήταν πια κάτι το διαφορετικό. Γι’ αυτό εκλήσσεται και απορεί, που οι δυσάρεστες καταστάσεις επανέρχονται επικίνδυνα και απειλούν την ιδιαίτερή του πατρίδα. Γίνεται ολοένα πιο μοναχικός, αποσυρόμενος συχνά στη σταθερή ηρεμία του σπιτιού και της αυλής του, ανάμεσα στ’ αγαπημένα του πρόσωπα. Ας παρακολουθήσουμε λίγο την ωραία και τρυφερή περιγραφή αυτού του μικρόκοσμου: «Ένας κισσός σκέπαζε από τη μια μεριά τη μπροστινή βεράντα, κι απο την άλλη σε ψηλό υποστύλωμα το γιασεμί, στο τέλι του περιφράγματος με τις τριανταφυλιές. Μπροστά δυο θεόρατα πεύκα και πιο μέσα δυο φοινικιές. Στην άκρη του οικοπέδου μια μεγάλη δεξαμενή για το πότισμα των δέντρων, δυο συκαμιές στην είσοδο και παρακάτω λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, συκιές, μεσπιλιές, ελιές, δυο κακόμοιρες μηλιές, μια γλυκολεμονιά πλάϊ στη ροδιά, που βρίσκονταν κάτω από το ντεπόζιτο, περιτριγυρισμένο από μια αναρριχητική μυρωδάτη τριανταφυλιά, το πιο δροσερό μέρος του κήπου τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες, και τον χειμώνα να παγώνει το νερό, όταν ξεχείλιζε το ντεπόζιτο, κάνοντας κρυστάλλους σαν σταλακτίτες, όπως δεν τους είδα ποτέ ξανά» Μπήκα επίτηδες σ’ αυτή την τρυφερή και οργιαστική περιγραφή, γιατί στη δική μου αίσθηση ξεχειλίζει αθωότητα και αγάπη, πραγματική αγάπη στον γενέθλιο τόπο, ένα άρωμα σαγηνευτικό που προσλαμβάνεται ως φωνή πατρίδας, κατά τον μεγάλο μας ποιητή, τον Σεφέρη.

Ο Τάκης Χατζηδημητρίου, με την έκδοση αυτού του βιβλίου, έκανε το οφειλόμενο χρέος του απέναντι σ’ ένα πατέρα, που το άξιζε και με το παραπάνω. Εκπλήρωσε όμως κι ένα χρέος απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία, που θα έχανε αλλιώς μια ιστορία ζωής ενός λαμπρού αγωνιστή και ανθρώπου. Τέτοιες υποδειγματικές περιπτώσεις ανδρών πρέπει να διασώζονται στη μνήμη για να εμπνέουν, στο μέτρο που τους αναλογεί, τις νεώτερες γενιές μας. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, ο αναγνώστης μαθαίνει, αλλά και συγκινείται. Προσωπικά συντάσσομαι ανεπιφύλακτα με τις τελευταίες αράδες της αφήγησης του συγγραφέα, που είναι επιγραμματικά συγκλονιστικές:
…Πόσο σπουδαίο είναι ένας πατέρας να πει μια ιστορία στα παιδιά του. Κι ακόμη πιο σπουδαίο, να είναι η ιστορία της δικής του ζωής!