Ο ελλειπτικός ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ

Από τον «Ηδονοβλεψία» στoν  «Θάνατο σε ανοικτή ζώνη»

Α.

Με τη δεύτερή του ποιητική συλλογή «Ηδονοβλεψίας», 1988- η πρώτη του με τον τίτλο  Εολίθια  εκδόθηκε το 1983 –  ο Μάριος Αγαθοκλέους, όχι μόνο βελτιώνει τη χαρακτηριστικά  λιτή και στρωτή τεχνική του, αλλά και της προσδίδει μια πιο σύνθετη και πιο πλούσια συμβολική δυναμική. Με έντονη ακόμα την ερωτική διάθεση και θεματική, απαλλάσσεται σ’ ένα βαθμό από το προηγούμενο αισθητικά αμφίβολο στίγμα  μιας ερωτικά «σωματικής» εκφραστικής, και περνά στην πολυσήμαντη ανάπτυξη του ποιήματος. Η ροή των εικόνων κι ο πάντα απρόβλεπτος μεταφορικός του λόγος, ξετυλίγονται σχεδόν επεισοδιακά, με εύγλωττες σιωπές και σκόπιμα  χάσματα. Καταθέτω κάτι χαρακτηριστικό :

Έγκλειστος

Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.
Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν
μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.

Γι’ αυτό και δε με βλέπουν που τ’ απλώνω,
τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,
στο σκοτεινό μου δωμάτιο.

Κανένας άλλος ας μην πληρώσει
γι’ αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.
Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα
κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.

Ο αναγνώστης εξέρχεται του ποιήματος, έχοντας τη βέβαιη αίσθηση ότι ο ποιητής κατόρθωσε να «διπλοκλειδώσει » εξίσου μια  συμπαγή στην εναλλακτικότητά  της καλλιτεχνική μορφή, που κρατά τις κεραίες μας σε διαρκή εγρήγορση. Δεν πρόκειται  εδώ για  κοινότοπη ψυχογραφία  ή ανιαρό εξομολογητικό  μονόλογο, που διαβάζουμε τόσο συχνά. Η κίνηση των στίχων είναι συνήθως σύντομη κι ελλειπτική, άλλοτε πάλι γίνεται πιο σύνθετη κι ελικοειδής, οδηγώντας σε τελικές επιγραμματικές συμπυκνώσεις. Αυτή η αρμονικά  δομημένη ταλάντωση της κειμενικής μορφής, και ιδιαίτερα  η ταυτόχρονη συνάρθρωση του συγκεκριμένου και του υπονοούμενου, διαχέουν  εντός μας μια ουσία αποσταγματική, που ευφραντικά μας  κατακλύζει.

Έρχομαι τώρα στο ποίημα «Ηδονοβλεψίας», που δίνει και τον τίτλο της συλλογής. Καταθέτω δυο ενδεικτικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι πολύ σύντομο, μονάχα τρεις στίχοι, προσέξτε όμως την πυκνότητα και τον πολυδύναμο συμβολισμό τους.

Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου
φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,
αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα.

Είναι απαράμιλλα διαυγείς, συγχρόνως όμως και κρυπτικοί στίχοι, με φυσική κι αβίαστα αναδυόμενη υποβλητικότητα. Μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους ξαναδιαβάζουμε, χωρίς να νοιώθουμε να μειώνεται το σημασιολογικό και συγκινησιακό τους φορτίο. Κι αυτό, γιατί υπερβαίνουν το λογικό κι αυτονόητο, λειτουργώντας ως εφαλτήριο προς αποκαλυπτικότερες των πραγμάτων θεάσεις.Το δεύτερο απόσπασμα από τον «Ηδονοβλεψία», μου χρησιμεύει για να καταδείξω και την καθαρά λυρική εκφραστική ικανότητα του δημιουργού, εκεί που οι ανάγκες  του ποιήματος υποβάλλουν μια χαλάρωση από τη στοχαστική πολλαπλότητα. Διαβάζουμε:

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Ακόμα και σ’ αυτούς τους  σχετικά ανάλαφρους στίχους, δεν έχουμε καθόλου την αίσθηση του απλά εξωτερικού λυρισμού, αφού τους διατρέχει μια υπόγεια  υπαινικτικότερη αύρα. Τελικά, αφού μας οδηγήσει σε επώδυνες προσγειώσεις «από απόκρημνα συναισθήματα πόθου», το εντυπωσιακό τούτο ποίημα κλείνει την κυκλική του διαδρομή με επαναφορά της αρχικής εικόνας του «ήρεμου ποταμού», που επιστρέφει με ζηλευτό τρόπο στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο πρωτότυπη και παρθενική νοιώθουμε μια τέτοια  εικόνα, ικανή κατά τον ποιητή να «φασματοποιεί » τα αντικείμενα της αγάπης του και να «αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα»  Έτσι το ζητούμενο της ποίησης κατορθώνεται με επάρκεια  κι ο δημιουργός δικαιώνεται στον επίμοχθή του προσπάθεια. Υποκύπτω στον πειρασμό ν’ αναφερθώ κάπως εκτενέστερα και στο ποίημα  «Η αδελφή μου», το οποίο αξιολογώ ως ένα απ’ τα καλύτερα του Μάριου Αγαθοκλέους. Ο διάχυτος ερωτισμός  του εξιδανικεύεται από ένα κλίμα  πρωτογενούς νεανικού αρώματος, που μετατρέπει κάθε αισθησιακή πτυχή σε βαθιά  ανθρώπινη και συμπαθητική φανέρωση. Οι εικόνες σταδιακά μεταλλάσσονται από το γήινο και υλικό, στο αιθέριο και πνευματικό. Άς τον παρακολουθήσουμε:

Ακόμα δεν την έχω συνηθίσει.
Τις χαϊδεύω τις ξυρισμένες της γάμπες
και στα μαλλιά της ανάβουν
οι λάμπες τις χριστουγεννιάτικης θλίψης.
Όλοι έχουν φύγει για τα βουνά.

Οι «λάμπες της Χριστουγεννιάτικης θλίψης», που ανάβουν στα μαλλιά  της αγαπημένης παιδικής φίλης, μετά από μια εικόνα διακριτά «σαρκική», δίνουν ισχυρή παλμική κίνηση στις αισθητικές μας κεραίες, με αποτέλεσμα  την έντονη ψυχική συγκίνηση. Επιπρόσθετα  ο στίχος «όλοι έχουν φύγει για τα βουνά», αφήνει ακαριαία την εντύπωση μιας  υπαρξιακής μοναξιάς, που επιτείνει τη μοναδικότητα της ερωτικής συνεύρεσης. Μιας συνεύρεσης, που δεν συμβαίνει βεβιασμένα και παρορμητικά, αλλά απαιτεί τον δικό της χρόνο μετάβασης από το πρώτο νεανικό σκίρτημα  στη σύντονη αμοιβαιότητα της τελικής  ολοκλήρωσης. Να, πώς εκφράζεται ποιητικά η σχετική μ’ αυτό δυστοκία:

Στο μέτωπο τη φιλώ
και αδέξια της ψιθυρίζω,“αδελφή μου”.
Δυσφορεί που οι λέξεις παίζουν ακόμα
τον ρόλο του παγωμένου Χειμώνα.

Μπορεί οι λέξεις του έφηβου διστακτικού νέου να συγκρατούν ακόμα, με τη χαμηλή τους θερμοκρασία, τον  θρίαμβο της ερωτικής πληρότητας, οι ίδιες όμως αυτές λέξεις λειτουργούν  με πληρότητα  ως προς τη δραστικότητα  της ποιητικής δημιουργίας ( να σημειώσω, εν παρενθέσει, την πτώση της  ποιητικότητας στους τελευταίους μονοσήμαντους κι επεξηγηματικούς στίχους ).

 

Β.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Μάριου Αγαθοκλέους, έκδοση του 2003, με τον διττό αινιγματικό τίτλο « Λαϊκό Ανάγνωσμα, η Γυναίκα με τα μαύρα», αποτελεί επιβεβαίωση της γνώριμης και καλοδουλεμένης ποιητικής του, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στο προηγούμενό του βιβλίο με τον τίτλο  «Ηδονοβλεψίας».

Το ποιητικό βιβλίο «Η γυναίκα με τα μαύρα», με όλα κι όλα επτά  ποιήματα, μου φαντάζει κατά παράδοξο τρόπο ως μια ερωτική αυτοβιογραφία. Κι αυτό λόγω της έντασης και του βάθους, που μπόρεσε ο δημιουργός να δώσει σε κάποια  έστω από αυτά τα  ποιήματα. Το επίτευγμα τούτο, αλλού το προσλαμβάνουμε συνολικά χωρίς αισθητικές ανισότητες, κι αλλού πάλι το ξεχωρίζουμε  μέσα στο ποίημα αποσπασματικά, όπου το νοιώθουμε να μας ανεβάζει  ακαριαία σε μιαν ευδαιμονικότερη κατάσταση. Να, ένα  παράδειγμα από το ποίημα με τον τίτλο  «Ο Θησέας και η Αριάδνη»:

Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτος
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.
Ας με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

Ανεξάρτητα από πού ο ποιητής εκκινεί, οι παραπάνω στίχοι του αποτελούν δυνατές εκτινάξεις σε χώρους μιας άλλης οντολογικής και υπαρξιακής εμπειρίας. Κι έχει σίγουρα τον λόγο του ο Μάριος Αγαθοκλέους, όταν κάπου στην αρχή του βιβλίου χαρακτηρίζει επώδυνη τη λιγοστή έστω αυτή συγκομιδή, αφού περί επώδυνου αποστάγματος πρόκειται εντέλει. Έτσι, εκκινώντας από συνήθη περιστατικά και αφορμές έμπνευσης, υπερβαίνει συχνά τη στενά ερωτισμική του ροπή, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη με απίθανους συνειρμούς μιας ιδιότυπης αισθαντικότητας.

Δεν θα αναφερθώ περισσότερο, γενικά ή ειδικότερα, σ’ άλλα ποιήματα και στίχους της συλλογής «Η γυναίκα με τα μαύρα».  Θα μιλήσω όμως με ιδιαίτερη έμφαση κι αναλυτικότερα για το ομώνυμο ποίημα, που είναι πιστεύω μια  κορυφαία στιγμή της καθόλου ποιητικής προσπάθειας του Μάριου Αγαθοκλέους.   Συνδυάζει συνθετική τελειότητα και βάθος. Και όλα αυτά  με φόντο ένα διλημματικό δραματικό υπόστρωμα, που οδηγείται με τόλμη σε αινιγματική και απρόσμενη έκβαση. Ενδιαφέρον όμως είναι να πάμε πίσω στην εκκίνηση του ωραίου αυτού ποιήματος. Να παρακολουθήσουμε εργαστηριακά την ανάπτυξή του και να φωτίσουμε τα διάφορα επίπεδα, τις σύντομες παύσεις και τη δραματικά  κορυφούμενη κίνηση προς μια αδιέξοδη – κατά  τα φαινόμενα – πορεία. Προσέξτε λοιπόν το άνοιγμα της  αυλαίας:

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν.
Και να’ μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Με τον πρώτο στίχο «Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν», προετοιμάζεται ο αναγνώστης για κάτι απρόβλεπτο- και σπεύδει με τεντωμένες τις προσληπτικές του κεραίες να δει τί περαιτέρω θα του αποκαλυφθεί. Μια αινιγματική ατμόσφαιρα διαχέεται κιόλας στους  επόμενους στίχους, με τον ποιητή σε πρώτο πρόσωπο να συνοδεύει την πολυπόθητη γυναίκα στο σκοτεινό δωμάτιο. Οι συνειρμοί γίνονται ακόμα   σκοτεινότεροι,  όταν το ποθούμενο πρόσωπο περιγράφεται με τους παρακάτω στίχους, ως εξής:

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απόντων.

Τώρα υποψιαζόμαστε πια, ότι πρόκειται για  μια μοιραία όσο κι τραγική μορφή, που μας παραπέμπει σε πρώτο επίπεδο στη μαυροφορεμένη γυναίκα του συμβατικού πένθους, σ’ ένα δεύτερο εντούτοις  συμβολικότερο επίπεδο, ο στίχος « είναι η χήρα των απόντων », υπονοεί την  έκταση της απώλειας για  εκείνους  που δεν καταξιώθηκαν μια τέτοια συγκλονιστική εμπειρία. Ανήκει στο καλλιτεχνικό αισθητήριο του  δημιουργού η επιλογή του πληθυντικού «χήρα των απόντων», αφού οι παραστάσεις που δημιουργεί αποκτούν ένα  απροσδιόριστο εύρος,  κάτι που αφήνει πιο ανοιχτό το πεδίο στη δημιουργική φαντασία.

Ο ποιητής αλλάζει γρήγορα ατμόσφαιρα με τους στίχους που ακολουθούν, επιδιώκοντας να στηρίξει και να αιτιολογήσει  την αιρετικότητα και την τόλμη  της καθόλου συναισθηματικής του επιλογής.

Τι θα ήμουν κι εγώ αν δεν τη γνώριζα

παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου

Ο ποιητής κατορθώνει τώρα περίτεχνα, απέναντι στον συμβατικό ηθικοκοινωνικό κώδικα, να ορθώσει πειστικά τη συνέπεια σε μια άλλη, βασικότερη αρχή. Το αντίθετο θα αναιρούσε τη βαθύτερη φύση του και θα συνιστούσε υπαρξιακή φυγομαχία. Θα  ήταν τότε, καθώς λέει κι ο ίδιος, « ένας απών των αισθημάτων», και ως εκ τούτου και απών μιας μοναδικής στιγμής της ύπαρξής του.

Αν ξανοίχτηκα σε λεπτομέρειες στην αισθητική μου ανάλυση,  δεν είναι τόσο για να ερμηνεύσω και να προβάλω την καθαυτό ψυχοσυγκρουσιακή ιδεολογία των λεγομένων, αλλά για να αναδείξω προπάντων το  σκηνογραφικό υπόστρωμα και τις λεπτές αναλογίες, απ’ τη δομική διαλεκτικότητα των οποίων εκπέμπεται η αισθητική ηδονή. Καταθέτω όμως και το καταληκτικό δίστιχο που προσφέρει τη λυτρωτική λύση της εσωτερικής αντιμαχίας.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.

Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

«Στο αύταρκες ένα κατατείνω», διαβάζουμε ξανά και ξανά, νιώθοντας μια παράξενη ευφορία…Το αύταρκες Ένα, αν και νοηματικά δεν καθορίζεται, υπονοείται όμως χωρίς αμφιβολία ως μια θεμελιακότερη κατάσταση, υπερβαίνουσα και συμφιλιώνουσα τα επιμέρους. Στη δική της επικράτεια, που θεωρείται κατάκτηση να φτάσει κανείς, κάθε συγκρουσιακή σχέση περιττεύει, αφού όλα κατατείνουν στην ενότητα του συνόλου των εκφάνσεων του ανθρώπινου βίου. Μ’ αυτό το κλείσιμο γαληνεύει και ο αναγνώστης, αφού εκτονώνεται  η ψυχοπνευματική του υπερένταση, αλλά πολύ περισσότερο γιατί ικανοποιείται επαρκώς κι η καλλιτεχνική προσδοκία του.

________________________________________________________________

Έξη χρόνια μετά την «ΑΠΤΕΡΟ ΛΥΠΗ», 2012 – το τελευταίο δηλαδή ποιητικό του βιβλίο, ο Μάριος Αγαθοκλέους επαναμφανίζεται με καινούργια έκδοση φέτος – καταθέτοντας μια μικρή σχετικά συγκομιδή 20 περίπου  τίτλων, ικανών να επιβεβαιώσουν την κατακτημένη πια τεχνική αλλά και την τέχνη του γενικότερα: Λιτός και ελλειπτικός στην εκφορά του ποιητικού λόγου, παραστατικός και κατά κανόνα ρεαλιστικός στη διαλεκτική σύνθεση και ανάπτυξη του θεματικού του πυρήνα. Στις καλλιτεχνικές του αρετές προσμετράται ακόμα, η ικανότητά του επάλληλης, επιγραμματικής και ισορροπημένης διαστρωμάτωσης των ποιητικών του εικόνων, το γήινο πάτημα του σεναριογραφικού μίτου κι η αισθητηριακά καθαρτήρια κατάληξη της εκάστοτε ψυχογραφικής κι εκφραστικής του  διαχείρησης.

Ο ποιητής  δέον όπως διαβάζεται αργά και με προσοχή, ώστε να μη διαφεύγουν της ανάγνωσης τα πολλά υπονοούντα και σημαίνοντα χάσματα, πίσω από τα οποία αναδύονται συμπληρωματικά ενδιαφέρουσες εμπειρικές και βιωματικές καταστάσεις, δοσμένες με επαρκή ποιητική πύκνωση και υποβλητικότητα. Όλα αυτά κάνουν τον Μάριο Αγαθοκλέους ένα απαιτητικό στην ανάγνωση δημιουργό, γιατί δεν προσφέρει ποίηση καλλιλογίας και άμεσων συναισθηματικών διαθέσεων. Πρόκειται περισσότερο για λογοτέχνη που μας οδηγεί διακριτικά δια φόβου και ελέους στην εσωτερική κάθαρση δια της αισθητικής καταξίωσης. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται σ’ ένα βαθμό και  ως  Φιλολογική θεωρητικολογία, να ξέρουμε όμως ότι η τέχνη του λόγου εδράζεται ακριβώς στην επιτυχημένη, δια του καλλιτέχνη, γλωσσική μορφοποίηση. Το σωστό γλωσσικό οικοδόμημα είναι που παίζει τον καταλυτικό ρόλο – και όχι τα άμεσα ονοματιζόμενα νοήματα ή καταστάσεις, που τόσο συχνά τα συναντούμε ακόμα και σε ποιητές με ένα καλό όνομα στην τρέχουσα λογοτεχνική αγορά. Δεν είναι όμως της αρχής και του τρόπου μου να ξανοιχτώ κι άλλο στα θεωρητικά της αισθητικής ανάλυσης, αφού ευδαιμονώ ιδιαίτερα, ο λόγος μου να παίρνει απ’ ευθείας δύναμη από το ίδιο το σώμα των στίχων του ποιητή, με το προηγούμενο έργο του οποίου ασχολήθηκα δημιουργικά παλαιότερα, όπως έχετε ήδη αντιληφθεί.

Το βιβλίο που εκδόθηκε φέτος έχει τον τίτλο ¨Θάνατος σε ανοικτή ζώνη», με μικρό αριθμό ποιημάτων όπως μας έχει συνηθίσει ο ολιγογράφος και αρκετά επεξεργαζόμενος τη δουλειά του , ποιητής Μάριος Αγαθοκλέους. Γι’ αυτό όταν έχεις αναγνωστικά διεξέλθει το βιβλίο του, δεν ξεχνάς τί διάβασες – αλλά αιωρούνται μέσα σου επίμονα σχεδόν όλοι οι τίτλοι, και μάλιστα με διάχυτη μια πάνω κάτω υποκειμενική αξιολόγηση του βαθμού αισθητικής επιτυχίας των. Παίρνω κάποια από αυτά τα ποιήματα από την αρχή και τα σχολιάζω τροχάδην. Το αρχικό οκτάστιχο με τον τίτλο ΙΚΕΣΙΑ, είναι λιτό κι επιγραμματικό, κινούμενο ανάμεσα στην έφεση προς το ιδανικό αντικείμενο του πόθου και την αντισταθμιστική ισορρόπηση, μέσω της επώδυνης συνήθως δημιουργικής δειργασίας. «Και σώσε με από τη φρικτή δουλεία της γραφής», έτσι τελειώνει αυτό το πυκνό κομμάτι, κι ο καθένας μας ας το αποκωδικοποιήσει σύμφωνα με τις προσληπτικές του κεραίες. Στον ΨΥΧΡΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟ, προβάλλεται σε σύντομη διαστρωματική ανέλιξη ο φωτισμός του ερωτικού πάλι στοιχείου, σε σχέση με την ανθρώπινη αδυναμία και ψυχική αδράνεια, που δεν επιτρέπουν μια ανταπόκριση στο ύψος των περιστάσεων. Γιατί εδώ πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μάριος Αγαθοκλέους είναι ένας βαθιά ερωτικός ποιητής, το έχει στο αίμα και την έμπνευσή του να ενσταλάλάζει σχεδόν σε κάθε του ποίημα αυτό το στοιχείο, που το ανεβάζει σε κομβικό και διαμορφωτικό στοιχείο της καθόλου δημιουργικής του προσπάθειας. Θα ισχυριζόμουν μάλιστα ότι είναι ο βαθύτερα ερωτικός ποιητής (μαζί ίσως με την αρκετά διαφορετική Έλενα Τουμαζή) της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης. Διαβάζοντας και σ’ αυτό το βιβλίο τίτλους όπως τη ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ, τον ΑΠΛΗΡΩΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ, το τρυφερότατο και άρτιο αισθητικά ΜΟΣΝΑ, τη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΆ Της ΣΕΛΗΝΗΣ, έμμεσα όμως και πολλά άλλα, εισπράττεις έναν ερωτισμό ενδογενώς απορρέοντα από την ιδιοσυγκρασία του, έναν ερωτισμό που τον έχει μπορώ να πω μέσα στο αίμα του και όχι σα καριερίστικα σχέδια συμπλήρωσης της ποιητικής θεμετολογίας, που ατυχώς επιχειρούν κάποιοι άλλοι ( ίδε την κριτική του προσέγγιση στον τίτλο ΑΠΛΗΡΩΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ, μια ανισομερώς εργαστηριακή κατάθεση ενός κατά τα άλλα σημαντικότατου ποιητή μας – δεν εξυπηρετεί σ’ αυτή την περίσταση ν’ αναφερθώ και σε ονόματα). Τίτλοι που στη μορφή και το αισθητικό αποτέλεσμα με εντυπωσίασαν περισσότερο, μπορώ να πω ότι είναι και ακόλουθοι: Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΔΟΜΝΙΚΗ, το τραγικό Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΖΩΝΗ, ΛΕΥΚΑ ΑΓΑΛΜΑΤΙΔΙΑ, ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΓΕΝΝΑΙΟ, η υπαρξιακά φιλοσοφημένη και πυκνή στη συνθετική της δομή ΒΟΥΚΕΜΒΙΛΙΑ -. Αλλά κι ο ΑΗΤΤΗΤΟΣ είναι ένα ποίημα, που προστίθεται μαζί με τα άλλα που προανέφερα, στο κομπολόι με τις πολύτιμες αισθητικά χάντρες μιας απσταγματικής και ιδιαζόντως προσωπικής ποίησης. Κι αν μέσα στο σύνολο 20 τόσων ποιημάτων σκουντουφλώ με τα δικά μου κριτήρια και σε εκφραστικούς κάποτε τρόπους, που μου φαίνονται ολίγον τραχείς εκφραστικά και υπέρμετρα ρεαλιστικοί και αναφομοίωτοι ποιητικά, όπως για παράδειγματην την ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕ ΔΩΣΕ  ή ΤΗ ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ, αυτό θα μπορούσε να μας απασχολήσει σε κλειστότερο εργαστηριακό κύκλο, σε μια εκ βαθέων και εκ του σύνεγγυς συνομιλία με τον ποιητή μας. Το βέβαιο όμως είναι ένα: Ότι ο ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ μας έχει δώσει και μ’ αυτό του το βιβλίο ακόμη μερικά άρτια ποιήματα, που τον τοποθετούν ανάμεσα στους καλύτερους και ποιοτικότερους εκπροσώπους των δεκαετιών μετά την εισβολή.